σανγκουιναρία

και σαγκουιναρία και σαγκουινάρια, η, Ν
βοτ. γένος αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών που ανήκει στην οικογένεια παπαβερίδες τής τάξης παπαβερώδη, με ένα μόνον είδος, που είναι πολυετής πόα τής Βόρειας Αμερικής με παχύ ρίζωμα το οποίο περιέχει γαλακτώδη χυμό στο χρώμα τού αίματος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. sanguinaria < λατ. sanguinaria (herba), θηλ. τού sanguinarius (< sanguis, -inis «αίμα»)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σανγκουιναρίνη — η, Ν (βιοχ.) αλκαλοειδές που εκχυλίζεται από ορισμένα είδη τού φυτού σανγκουιναρία και τού οποίου η βρώση προκαλεί γλαύκωμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. sanguinarine < sanguinaria (βλ. σανγκουιναρία) + κατάλ. ine] …   Dictionary of Greek

  • Καίρε — (Caere).Αρχαία πόλη της Ετρουρίας κοντά στον ποταμό Βατσίνα, στη θέση της σημερινής πόλης Τσερβετέρι. Αναφέρεται και με την ονομασία Κεραία. Αρχικά ονομαζόταν Αγύλλα και, σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση, η ίδρυσή της ανάγεται στους Πελασγούς.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.